Ἱστολόγιον θεμάτων που ἁπτονται τῆς φιλολογίας καί τοῦ προβληματισμοῦ

   

Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2013

Ρήματα - Η κλίση των ρημάτων εἶμι, φημί, οἶδα









του
ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ




Α. Ρήμα εἶμι (θ. ισχυρό εἰ-, θ. αδύνατο ἰ-) (= θα πάω)

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ
ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ
Οριστική
Υποτακτική
Ευκτική
Προστακτική
Απαρέμφατο
Οριστική
εἶμι
εἶ
εἶσι(ν)
ἴμεν
ἴτε
ἴασι(ν)
ἴω
ἴῃς
ἴῃ
ἴωμεν
ἴητε
ἴωσι(ν)
ἴοιμι/ἰοίην
ἴοις/ἰοίης
ἴοι/ἰοίη
ἴοιμεν
ἴοιτε
ἴοιεν
-
ἴθι
ἴτω
-
ἴτε
ἰόντων/ἴτωσαν
ἰέναι
ᾖα/ᾔειν
ᾔεις/ᾔεισθα
ᾔει
ᾖμεν
ᾖτε
ᾖσαν/ᾔεσαν
Μετοχή
ἰὼν
ἰοῦσα
ἰὸν

Παρατηρήσεις:
  1. Η οριστική ενεστώτα του εἶμι χρησιμοποιείται ως οριστική μέλλοντα του ρήματος ἔρχομαι και ο παρατατικός του εἶμι χρησιμοποιείται ως παρατατικός του ρήματος ἔρχομαι. Το ρήμα ἔρχομαι αναπληρώνεται στην υποτακτική, ευκτική, προστακτική, απαρέμφατο και μετοχή ενεστώτα από τους τύπους του εἶμι.

    Οι αρχικοί χρόνοι του ρήματος ἔρχομαι είναι οι εξής:
Αρχικοί χρόνοι
Ενεστώτας
ἔρχομαι
Παρατατικός
ᾖα/ἤειν
Μέλλοντας
εἶμι
Αόριστος β'
ἦλθον
Παρακείμενος
ἐλήλυθα
Υπερσυντέλικος
ἐληλύθειν
  1. Οι σύνθετοι τύποι της οριστικής και προστακτικής ενεστώτα του εἶμι ανεβάζουν τον τόνο εάν το επιτρέπει η λήγουσα.

    π.χ.: εἶμι → πάρειμι, πάρει κ.λπ.
    ἴθι → πάριθι, παρίτω κ.λπ.

Β. Ρήμα φημὶ (θ. ισχυρό φη-, θ. αδύνατο φᾰ-) (= λέω, ισχυρίζομαι, συμφωνώ)

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ
ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ
Οριστική
Υποτακτική
Ευκτική
Προστακτική
Απαρέμφατο
Οριστική
φημὶ
φὴς/φῂς
φησὶ(ν)
φαμὲν
φατὲ
φασὶ(ν)
φῶ
φῇς
φῇ
φῶμεν
φῆτε
φῶσι(ν)
φαίην
φαίης
φαίη
φαίημεν/(φαῖμεν)
φαίητε/(φαῖτε)
φαίησαν/(φαῖεν)
-
φάθι
φάτω
-
φάτε
φάντων/φάτωσαν
φάναι
ἔφην
ἔφησθα/ἔφης
ἔφη
ἔφαμεν
ἔφατε
ἔφασαν
Μετοχή
φάσκων
φάσκουσα
φάσκον

Παρατηρήσεις:
  1. Το ρήμα φημὶ έχει ισχυρό θέμα φη- και ασθενές θέμα φᾰ-.
    Από το θέμα φη- σχηματίζονται:
    ο ενικός αριθμός της οριστικής ενεστώτα και παρατατικού και η υποτακτική ενεστώτα.
    Από το θέμα φᾰ- σχηματίζονται οι υπόλοιποι τύποι.
  2. Ο παρατατικός ἔφην, η υποτακτική, η ευκτική, το απαρέμφατο και η μετοχή του ρήματος φημὶ έχουν σημασία αορίστου.
  3. Τα σύνθετα του ρήματος φημὶ, στην οριστική και προστακτική ενεστώτα, ανεβάζουν τον τόνο, εάν το επιτρέπει η λήγουσα.

    π.χ.: φημὶ → σύμφημι, σύμφης κ.λπ.
    φάθι → σύμφαθι, συμφάτω κ.λπ.
  4. Οι σημασίες του ρήματος φημὶ είναι α) ισχυρίζομαι και β) λέω.

    α) όταν σημαίνει «ισχυρίζομαι», σχηματίζει τον μέλλοντα και τον αόριστο από το θέμα του: φήσω, ἔφησα.

    β) όταν σημαίνει «λέω», σχηματίζει τον μέλλοντα και τον αόριστο από το ρήμα λέγω: λέξω/ἐρῶ, εἶπον.

    Το ρήμα σύνθετο με τις προθέσεις σύν, κατά, ἀπὸ και ἀντὶ αποκτά τις παρακάτω σημασίες:

    σύμφημι = συμφωνώ, ομολογώ

    κατάφημι = λέω ναι, βεβαιώνω

    ἀπόφημι = δεν συμφωνώ, αρνούμαι

    ἀντίφημι = ισχυρίζομαι το αντίθετο, αντιλέγω

    οὔ φημι + απαρέμφατο = αρνούμαι
  5. Οι δισύλλαβοι τύποι της οριστικής ενεστώτα του ρήματος φημὶ είναι εγκλιτικοί.

    π.χ.

    Ἐγὼ δέ φημι πρῶτα μὲν δῆμον ξύμπαν ὠνομάσθαι, ὀλιγαρχίαν δὲ μέρος.

    Οὔ φησι. καίτοι πόλλ' ἐπεστράφη πέδον.

    Ἡμεῖς δὲ μηδίσαι μὲν αὐτοὺς οὔ φαμεν.

    Ἃ δὲ τελευταῖά φατε ἀδικηθῆναι.

    Τοιαῦτά φασι τὸν ἀγαθὸν Κρέοντα σοὶ κἀμοί, κηρύξαντ' ἔχειν.
  6. Οι αρχικοί χρόνοι του ρήματος φημὶ είναι οι εξής:
Αρχικοί χρόνοι
Ενεστώτας
φημὶ
Παρατατικός
ἔφην
Μέλλοντας
φήσω
Αόριστος β'
ἔφησα
Παρακείμενος
-
Υπερσυντέλικος
-


Γ. Το ρήμα οἶδα (θ. ισχυρό εἰδ-/οἰδ-, θ. αδύνατο ἰδ-) (= γνωρίζω)

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ
ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ
Οριστική
Υποτακτική
Ευκτική
Προστακτική
Απαρέμφατο
Οριστική
οἶδα
οἶσθα
οἶδε
ἴσμεν
ἴστε
ἴσασι(ν)
εἰδῶ
εἰδῇς
εἰδῇ
εἰδῶμεν
εἰδῆτε
εἰδῶσι(ν)
εἰδείην
εἰδείης
εἰδείη
εἰδείημεν/(εἰδεῖμεν)
εἰδείητε/(εἰδεῖτε)
εἰδείησαν/(εἰδεῖεν)
-
ἴσθι
ἴστω
-
ἴστε
ἴστων/ἴστωσαν
εἰδέναι
ᾔδειν/ᾔδη
ᾔδεις/ᾔδησθα
ᾔδει/ᾔδειν
ᾔδεμεν/ᾖσμεν
ᾔδετε/ᾖστε
ᾔδεσαν/ᾖσαν
Μετοχή
εἰδὼς
εἰδυῖα
εἰδὸς

Παρατηρήσεις:
  1. Το ρήμα οἶδα είναι παρακείμενος β΄ του άχρηστου ρήματος εἴδω και έχει σημασία ενεστώτα.
  2. Ο υπερσυντέλικος ᾔδειν/ᾔδη κ.λπ. έχει σημασία παρατατικού.
  3. Τα σύνθετα του ρήματος οἶδα ανεβάζουν τον τόνο στην οριστική και προστακτική, εάν το επιτρέπει η λήγουσα.

    π.χ.: οἶδα → κάτοιδα, κάτοισθα κ.λπ.
    ἴσθι → κάτισθι, κατίστω κ.λπ.
  4. Ο αόριστος β΄, ο παρακείμενος και ο υπερσυντέλικος αναπληρώνονται από το ρήμα γιγνώσκω. Οι αρχικοί χρόνοι λοιπόν του ρήματος οἶδα είναι οι εξής:
Αρχικοί χρόνοι
Ενεστώτας
οἶδα
Παρατατικός
ᾔδειν/ᾔδησθα
Μέλλοντας
εἰδήσω/εἴσομαι
Αόριστος β'
ἔγνων
Παρακείμενος
ἔγνωκα
Υπερσυντέλικος
ἐγνώκειν


Σχηματισμός και κλίση των σύνθετων ρημάτων ἄπειμι, ἀπόφημι, σύνοιδα

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ
ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ
Οριστική
Υποτακτική
Ευκτική
Προστακτική
Απαρέμφατο
Οριστική
ἄπειμι
ἄπει
ἄπεισι(ν)
ἄπιμεν
ἄπιτε
ἀπίασι(ν)
ἀπίω
ἀπίῃς
ἀπίῃ
ἀπίωμεν
ἀπίητε
ἀπίωσι(ν)
ἀπίοιμι/ἀπιοίην
ἀπίοις/ἀπιοίης
ἀπίοι/ἀπιοίη
ἀπίοιμεν
ἀπίοιτε
ἀπίοιεν
-
ἄπιθι
ἀπίτω
-
ἄπιτε
ἀπιόντων/ἀπίτωσαν
ἀπιέναι
ἀπῇα/ἀπῄειν
ἀπήεις/ἀπῄεισθα
ἀπῄει
ἀπῇμεν
ἀπῇτε
ἀπῇσαν/ἀπῄεσαν
Μετοχή
ἀπιὼν
ἀπιοῦσα
ἀπιὸν

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ
ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ
Οριστική
Υποτακτική
Ευκτική
Προστακτική
Οριστική
ἀπόφημι
ἀπόφης/ἀπόφῃς
ἀπόφησι(ν)
ἀπόφαμεν
ἀπόφατε
ἀπόφασι(ν)
ἀποφῶ
ἀποφῇς
ἀποφῇ
ἀποφῶμεν
ἀποφῆτε
ἀποφῶσι(ν)
ἀποφαίην
ἀποφαίης
ἀποφαίη
ἀποφαίημεν/(ἀποφαῖμεν)
ἀποφαίητε/(ἀποφαῖτε)
ἀποφαίησαν/(ἀποφαῖεν)
-
ἀπόφαθι
ἀποφάτω
-
ἀπόφατε
ἀποφάντων/ ἀποφάτωσαν
ἀπέφην
ἀπέφησθα/ἀπέφης
ἀπέφη
ἀπέφαμεν
ἀπέφατε
ἀπέφασαν
Απαρέμφατο
Μετοχή
ἀποφάναι
ἀποφάσκων
ἀποφάσκουσα
ἀποφάσκον

ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ
ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ
Οριστική
Υποτακτική
Ευκτική
Προστακτική
Οριστική



σύνοιδα
σύνοισθα
σύνοιδε
σύνισμεν
σύνιστε
συνίσασι(ν)
συνειδῶ
συνειδῇς
συνειδῇ
συνειδῶμεν
συνειδῆτε
συνειδῶσι(ν)
συνειδείην
συνειδείης
συνειδείη
συνειδείημεν/(συνειδεῖμεν)
συνειδείητε/(συνειδεῖτε)
συνειδείησαν/(συνειδεῖεν)
-
σύνισθι
συνίστω
-
σύνιστε
συνίστων/ συνίστωσαν
συνῄδειν/συνῄδη
συνήδεις/συνῄδησθα
συνῄδει/συνῄδειν
συνῄδεμεν/συνῇσμεν
συνῄδετε/συνῇστε
συνῄδεσαν/συνῇσαν



Απαρέμφατο
Μετοχή



συνειδέναι
συνειδὼς
συνειδυῖα
συνειδὸς





Όμοιοι και ομόηχοι τύποι των ρημάτων εἶμι, εἰμί, ἵημι, φημί, οἶδα

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται προκειμένου να μη γίνει σύγχυση ανάμεσα στους όμοιους ή ομόηχους τύπους που παρουσιάζουν τα ρήματα εἶμι, εἰμί, ἵημι, φημὶ και οἶδα.
Αυτοί είναι οι εξής:
  • β΄ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρ. εἰμί: εἶ
    β΄ ενικό οριστικής ενεστώτα/μέλλοντα του ρ. εἶμι: εἶ
  • β΄ ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρ. εἰμί: ἴσθι
    β΄ ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρ. οἶδα: ἴσθι
  • α΄ ενικό ευκτικής ενεστώτα του ρ. εἰμί: εἴην
    α΄ ενικό ευκτικής αορίστου β΄ του ρ. ἵημι: εἵην
  • α΄ ενικό παρατατικού του ρ. ἵημι: ἵην
    α΄ ενικό παρατατικού του ρ. εἶμι: ᾔειν
  • β΄ ενικό ευκτικής ενεστώτα του ρ. εἰμί: εἴης
    β΄ ενικό ευκτικής αορίστου β΄ του ρ. ἵημι: εἵης
    β΄ ενικό παρατατικού του ρ. ἵημι: ἵεις
    β΄ ενικό ευκτικής ενεστώτα/ μέλλοντα του ρ. εἶμι: ἴοις
    β΄ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρ. ἵημι: ἵης
    β΄ ενικό υποτακτικής ενεστώτα του ρ. εἶμι: ἴῃς
    β΄ ενικό οριστικής παρατατικού του ρ. εἶμι: ᾔεις
  • γ΄ ενικό ευκτικής ενεστώτα του ρ. εἰμί: εἴη
    γ΄ ενικό ευκτικής αορίστου β΄ του ρ. ἵημι: εἵη
    γ΄ ενικό οριστικής παρατατικού του ρ. εἶμι: ᾔει
    γ΄ ενικό ευκτικής ενεστώτα/ μέλλοντα του ρ. εἶμι: ἴοι
    γ΄ ενικό παρατατικού του ρ. ἵημι: ἵει
    γ΄ ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρ. ἵημι: ἵει
  • απαρέμφατο ενεστώτα του ρ. εἰμί: εἶναι
    απαρέμφατο αορίστου β΄ του ρ. ἵημι: εἷναι
  • α΄ πληθυντικό ευκτικής ενεστώτα του ρ. εἰμί: εἶμεν
    α΄ πληθυντικό οριστικής αορίστου β΄ του ρ. ἵημι: εἷμεν
    α΄ πληθυντικό ευκτικής αορίστου β΄ του ρ. ἵημι: εἷμεν
    α΄ πληθυντικό παρατατικού του ρ. εἰμί: ἦμεν
    α΄ πληθυντικό παρατατικού του ρ. εἶμι: ᾖμεν
    α΄ πληθυντικό οριστικής μέλλοντα του ρ. εἶμι: ἴμεν
  • β΄ πληθυντικό ευκτικής ενεστώτα του ρ. εἰμί: εἶτε
    β΄ πληθυντικό οριστικής αορίστου β΄ του ρ. ἵημι: εἷτε
    β΄ πληθυντικό ευκτικής αορίστου β΄ του ρ. ἵημι: εἷτε
    β΄ πληθυντικό προστακτικής ενεστώτα του του ρ. εἶμι: ἴτε
    β΄ πληθυντικό οριστικής μέλλοντα του ρ. εἶμι: ἴτε
    β΄ πληθυντικό οριστικής παρατατικού του ρ. εἰμί: ἦτε
    β΄ πληθυντικό υποτακτικής ενεστώτα του ρ. εἰμί: ἦτε
    β΄ πληθυντικό οριστικής παρατατικού του ρ. εἶμι: ᾖτε
  • β΄ πληθυντικό οριστικής παρατατικού του ρ. εἰμί: ἦστε
    β΄ πληθυντικό οριστικής παρατατικού του ρ. οἶδα: ᾖστε
  • γ΄ πληθυντικό οριστικής παρατατικού του ρ. εἰμί: ἦσαν
    γ΄ πληθυντικό οριστικής παρατατικού του ρ. οἶδα: ᾖσαν
    γ΄ πληθυντικό οριστικής παρατατικού του ρ. εἶμι: ᾖσαν
  • β΄ πληθυντικό προστακτικής ενεστώτα του ρ. εἰμί: ἔστε
    γ΄ ενικό οριστικής μέλλοντα του του ρ. εἰμί: ἔσται
  • β΄ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρ. φημί: φὴς/φῂς
    β΄ ενικό υποτακτικής ενεστώτα του ρ. φημί: φῇς


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Receive all updates via Facebook. Just Click the Like Button Below

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΤΟΥ ΕΡΜΗ